βέβαιος

-η, -ο
επίρρ. βέβαια και βεβαίως αντίθ. αβέβαιος
1. αυτός για τον οποίο δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ο αδιαμφισβήτητος: Η εισαγωγή του στο πανεπιστήμιο είναι βέβαιη.
2. αυτός που είναι σίγουρος, πεισμένος για κάτι γιατί το γνωρίζει καλά: Είμαι απόλυτα βέβαιος για την αλήθεια των λόγων του.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βέβαιος — firm masc nom sg βέβαιος firm masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βέβαιος — η, ο (AM βέβαιος, α, ον) 1. (για πράγμα) αναμφισβήτητος, αναμφίβολος, σίγουρος 2. (για πρόσωπο) σταθερός νεοελλ. (για πρόσωπο) εκείνος που γνωρίζει κάτι καλά, ο πεπεισμένος για κάτι αρχ. μσν. το ουδ. ως ουσ. βέβαιον, το βεβαιότητα, σταθερότητα… …   Dictionary of Greek

  • βέβαιος — [вэвэос] ас. надежный, уверенный, определенный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Χρόνια βέβαιος μάρτυς ἐς ἀλήθειαν. — χρόνια βέβαιος μάρτυς ἐς ἀλήθειαν. См. Давность не малый свидетель …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • βεβαιότερον — βέβαιος firm adverbial comp βέβαιος firm masc acc comp sg βέβαιος firm neut nom/voc/acc comp sg βέβαιος firm adverbial comp βέβαιος firm masc acc comp sg βέβαιος firm neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιοτάτων — βέβαιος firm fem gen superl pl βέβαιος firm masc/neut gen superl pl βέβαιος firm fem gen superl pl βέβαιος firm masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιοτέραις — βέβαιος firm fem dat comp pl βεβαιοτέρᾱͅς , βέβαιος firm fem dat comp pl (attic) βέβαιος firm fem dat comp pl βεβαιοτέρᾱͅς , βέβαιος firm fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιοτέρων — βέβαιος firm fem gen comp pl βέβαιος firm masc/neut gen comp pl βέβαιος firm fem gen comp pl βέβαιος firm masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιότατα — βέβαιος firm adverbial superl βέβαιος firm neut nom/voc/acc superl pl βέβαιος firm adverbial superl βέβαιος firm neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιότατον — βέβαιος firm masc acc superl sg βέβαιος firm neut nom/voc/acc superl sg βέβαιος firm masc acc superl sg βέβαιος firm neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.